παραθετικά
θετικός reliable
συγκριτικός more reliable
υπερθετικός most reliable

  Ετυμολογία

επεξεργασία
reliable < rely + -able

  Επίθετο

επεξεργασία

reliable (en)

  1. αξιόπιστος, σίγουρος, τυπικός, κάτι που μπορεί να εμπιστευτεί κανείς για να κάνει κάτι καλά, που μπορεί να βασιστεί
    a reliable friend - ένας αξιόπιστος φίλος
    They found a reliable messenger.
    Βρήκαν ένα σίγουρο αγγελιοφόρο.
    He is a reliable employee, he always comes on time.
    Είναι τυπικός υπάλληλος, έρχεται πάντα στην ώρα του.
  2. αξιόπιστος, κάτι που είναι πιθανό να είναι σωστό ή αληθινό
    reliable information/sources - αξιόπιστες πληροφορίες/πηγές
    I was informed by a reliable source that…
    Πληροφορούμαι από αξιόπιστη πηγή ότι…
  3. σίγουρος, κάτι που μπορεί να λειτουργήσει για μεγάλες περιόδους χωρίς να χαλάσει ή να χρειάζεται προσοχή
    a reliable car - ένα σίγουρο αυτοκίνητο

Συνώνυμα

επεξεργασία