Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɹɛˈkluːd/

  ΡήμαΕπεξεργασία

preclude (en)

  1. (μεταβατικό) αποκλείω (μια πιθανότητα), προλαβαίνω (κάτι άσχημο)
    the sky is clear, but that doesn’t preclude the possibility of a rain - ο ουρανός είναι καθαρός, αλλά αυτό δεν αποκλείει την πιθανότητα να βρέξει

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία