Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɔ.liʁ/
polir 

  ΡήμαΕπεξεργασία

polir (fr)

  1. (μεταβατικό) γυαλίζω (μέταλλο, πέτρα)
  2. (μεταφορικά) τελειοποιώ κάτι