Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

playing (en)

  1. μετοχή ενεστώτα του ρήματος play


  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

playing (en) < γερούνδιο του play

  1. η εκτέλεση ενός μουσικού κομματιού, η προβολή ενός έργου π.χ. στην τηλεόραση