Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pilon (fr) αρσενικό

  1. το γουδοχέρι



Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

pilon (eo)