πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική (mianownik) piekarz piekarze
γενική (dopełniacz) piekarza piekarzy
δοτική (celownik) piekarzowi piekarzom
αιτιατική (biernik) piekarza piekarzy
οργανική (narzędnik) piekarzem piekarzami
τοπική (miejscownik) piekarzu piekarzach
κλητική (wołacz) piekarzu piekarze

  Ετυμολογία

επεξεργασία
piekarz < από τη λέξη piec

  Προφορά

επεξεργασία
 

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

piekarz (pl) αρσενικό

Συγγενικά

επεξεργασία

→ δείτε τη λέξη piekarnia