Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
phénoménologue phénoménologues

phénoménologue (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. φαινομενολόγος, φιλόσοφος που ασχολείται με την φαινομενολογία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία