Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
phénoménalité phénoménalités

phénoménalité (fr) θηλυκό

  1. η ουσία, ο χαρακτήρας ενός φαινομένου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία