Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

passavant < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pa.sa.vɑ̃/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
passavant passavants

passavant (fr) αρσενικό

  1. (νομική) άδεια μεταφοράς ενός εμπορεύματος χωρίς αυτό να υποβληθεί σε τελωνειακό δασμό
  2. (ναυτικός όρος) μέρος του καταστρώματος πλοίου που επιτρέπει την κυκλοφορία από το μπροστινό μέρος προς το πίσω