Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpa.lɛʦ̑/
palec 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

palec (pl) αρσενικό

  1. το δάχτυλο


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Σλοβακικά (sk) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

palec (sk) αρσενικό

  1. ο αντίχειρας



Τσεχικά (cs)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

palec 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

palec (cs) αρσενικό

  1. ο αντίχειρας
  2. το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού