Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

old (en)

  1. παλιός
    an old car
  2. μεγάλης ηλικίας
    an old man
  3. μιας καθορισμέννης ηλικίας
    how 'old are you? I am forty years old
  4. παλιός, προηγούμενος
    I gave to my son my old computer
  5. παλιός, ξεπερασμένος

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία