Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

niski (pl)

  1. χαμηλός
    niskie temperatury - χαμηλές θερμοκρασίες
    niski dźwięk - χαμηλός τόνος (ήχος)
  2. (για πρόσωπα) κοντός
    Napoleon był niskim człowiekiem - ο Ναπολέων ήταν κοντός

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία