Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

memoria (it)

  1. μνήμη
  2. αποστηθίζω, απομνημονεύω

Λατινικά (la) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

memoria (la) θηλυκό (γενική:ae)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • post hominum memoriam: από τότε που μπορεί να θυμηθούν οι άνθρωποι, από τότε που..