Σλοβακικά (sk) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

meč (sk) αρσενικό

  1. το σπαθί, το ξίφος



Τσεχικά (cs)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

meč (cs) αρσενικό

  1. το σπαθί, το ξίφος