Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

matematyk 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

matematyk (pl) αρσενικό

  1. μαθηματικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη: matematyka