ενικός         πληθυντικός  
méfait méfaits

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

méfait (fr) αρσενικό

  1. κακή πράξη που ζημιώνει κάποιον, το αδίκημα
  2. (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε μπορεί να έχει βλαβερές συνέπειες
    les méfaits du tabac de la télévision - οι κακές συνέπειες του καπνού / της τηλεόρασης