Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

lume (pt)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

lume (ro) θηλυκό

  1. ο κόσμος
  2. η ανθρωπότητα
  3. οι άνθρωποι, ο κόσμος, το πλήθος

ΚλίσηΕπεξεργασία