Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈlʲiʧ̑ɨʨ̑/
liczyć 

  ΡήμαΕπεξεργασία

liczyć (pl)

  1. μετράω, μετρώ:
    • αριθμώ (ένα, δύο, τρια...)
    • με υπολογίζουν
  2. αριθμώ, απαριθμώ:
    • περιέχω συγκεκριμένο (ή αόριστο) αριθμό πραγμάτων
  3. υπολογίζω:
    • κάνω αριθμητικές πράξεις

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία