Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

lean (en)

  1. γέρνω, σκύβω, κλίνω
  2. πιέζω
  3. στηρίζομαι, ακουμπώ
    don't lean on doors - μη στηρίζεστε πάνω στις πόρτες

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

lean (en)

  1. (για ανθρώπους) λεπτός, αδύνατος
  2. (για κρέας) άπαχος
  3. λιτός