Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

lange < λατινική laneus (μάλλινος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

lange (fr)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

langer


Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

lange (de)

  • (για διάρκεια) πολύ
    ich habe ihn lange nicht gesehen - έχω να τον δω πολύ καιρό