Δείτε επίσης: Kran

Δανικά (da)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

kran (da)

Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /krãn/
Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

kran (pl) αρσενικό

  1. η βρύση
  2. ο κινηματογραφικός γερανός
  3. (ειδικό, τεχνικό) ο γερανός (το μηχάνημα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία