Τουρκικά (tr)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

komposto < (άμεσο δάνειο) ιταλική composto

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kɔmˈpɔstɔ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: kom‐pos‐to

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

komposto (tr)

ΚλίσηΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία