Πολωνικά (pl)Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική kasta kasty
γενική kasty kast
δοτική kaście kastom
αιτιατική kastę kasty
οργανική kastą kastami
τοπική kaście kastach
κλητική kasto kasty

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈka.sta/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

kasta (pl) θηλυκό