Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

invalidation (en)

  1. η ακύρωση



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
invalidation invalidations

invalidation (fr) θηλυκό

  1. η ακύρωση