Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

inaccuracy (en)

  1. η ανακρίβεια, η ιδιότητα του ανακριβούς
    the inaccuracy of his statement was proved
  2. η ανακρίβεια, ανακριβής λόγος
  3. η έλλειψη ακρίβειας ενός οργάνου μέτρησης


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία