Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

impinge (en) on

  1. θίγω, πλήττω, επηρεάζω αρνητικά
  2. επηρεάζω, έχω επιπτώσεις σε κάτι, έχω αντίκτυπο σε κάτι

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία