Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

hut (en)

  1. η ξύλινη καλύβα
  2. οποιοδήποτε πρωτόγονο κτίσμα

  ΡήμαΕπεξεργασία

hut (en)

  • ζω ή βρίσκω καταφύγιο μέσα σε μια καλύβα