Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

hermine 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
hermine hermines

hermine (fr) θηλυκό

  1. (ζωολογία) η ερμίνα
  2. (κατ’ επέκταση) το δέρμα, η προβιά της ερμίνας
  3. (εραλδική) ένα από τα δύο δέρματα ενός οικοσήμου