Άνοιγμα κυρίου μενού

Διεθνείς όροι Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  • hecto- < γαλλικό hecto- (fr) < hekaton, ελληνικό εκατό.

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

hecto-