Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

hêtraie < hêtre

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
hêtraie hêtraies

hêtraie (fr) θηλυκό

  1. τόπος κατάφυτος από οξιές