Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

guru (en)

  1. γκουρού



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɡu.ru/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

guru (pl) αρσενικό άκλιτο

  1. ο γκουρού