Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

gefühlvoll (de)

  1. υπερευαίσθητος
  2. εκφραστικός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

gefühlvoll (de)

  1. με μεγάλη ευαισθησία, με πολύ αίσθημα
  2. με τακτ