Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό galicien galiciens
θηλυκό galicienne galiciennes

galicien (fr)

  1. γαλικιανός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

galicien (fr) αρσενικό

  1. τα γαλικιανά, η γαλικιανή γλώσσα