Πολωνικά (pl)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

góral < góra

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɡu.ral/
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

góral (pl) αρσενικό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία