Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

forbidding (en)

  1. απαγόρευση, περιορισμός
  2. αφιλόξενη γη, αφιλόξενος τόπος
  3. απειλητικός στην όψη

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

forbidding (en)