Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

falling (en) (δεν έχει παραθετικά)

  1. που πέφτει
    falling leaves
    falling prices
    falling tensions in Gaza (η ένταση μειώνεται στη Γάζα)
  2. πτωτικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

falling (en) συνήθως στον ενικό - πληθυντικός: fallings

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

falling (en)

  • ενεργητική μετοχή του ρήματος fall