Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

elevate (en)

  1. ανυψώνω κάτι, το φέρνω σε μεγαλύτερο ύψος
     συνώνυμα: raise, lift
  2. αναδεικνύω
    it's time to elevate the environmental issues