Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

drag (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

drag (en)

  1. σύρω, σέρνω
    • drag and drop: σύρω ένα εικονίδιο αρχείου με το ποντίκι και το μεταφέρω σε ένα φάκελο
  2. σέρνομαι (κινούμαι πολύ αργά)
    • drag one's feet: "σέρνω τα πόδια μου", "σέρνομαι"



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

drag (ro)