Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

downgrade < down- + grade

  ΡήμαΕπεξεργασία

downgrade (en)

  1. υποβαθμίζω
  2. (πληροφορική) υποβαθμίζω λογισμικό σε παλαιότερη έκδοση

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • (για λογισμικό) revert