Ολλανδικά (nl) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

doet (nl)

  1. 2ο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος doen
  2. 3ο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος doen