Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /dɪsˈpleɪsmənt/ και /dɪzˈpleɪsmənt/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

displacement (en)

  1. εκτόπιση
  2. (φυσική) εκτόπισμα βυθισμένου ή ημιβυθισμένου αντικειμένου σε υγρό
  3. (ναυτικός όρος, ναυπηγικός όρος) εκτόπισμα πλοίου
    δείτε επίσης: displacement (ship) στην αγγλική Βικιπαίδεια

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία