Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

disciplina (it) θηλυκό

  1. το γνωστικό αντικείμενο



Λατινικά (la) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

disciplina (la) θηλυκό



Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
disciplina disciplinas

disciplina (pt) θηλυκό

  1. η πειθαρχία