Λατινικά (la) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

desum (la) (dēsum, dēfuī, -, dēesse· μτχ. μέλλ. dēfutūrus)

  1. λείπω, απουσιάζω
  2. εγκαταλείπω
  3. μου λείπει