Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
dais dais

dais (fr) αρσενικό

  1. ο ουρανός έδρας, θρόνου, κρεβατιού
  2. (θρησκεία) ο αήρ, με τον οποίο σκεπάζει ο ιερέας το Άγιο Ποτήριο
  3. θόλος πάνω από άγαλμα

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία