Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʤ̑ɛ̃m/
dżem 
Ήχος 2 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

dżem (pl) αρσενικό

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • συνήθως διαφοροποιείται από τη marmolada και την konfitura