Δείτε επίσης: detective

Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

détective < αγγλική detective

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /de.tɛk.tiv/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
détective détectives

détective (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ντέτεκτιβ
  2. ερευνητής