Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

décroissement < décroître

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
décroissement décroissements

décroissement (fr) αρσενικό

  1. η ελάττωση, η μείωση, η φθίση
    décroissement d'un cours d'eau - μείωση της στάθμης ενός ποταμιού, κ.α.
     συνώνυμα: baisse, décrue
    décroissement de la Lune - η φθίνουσα Σελήνη
     συνώνυμα: décours, décroît

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία