Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʧ̑ɛ̃w̃ɕˈʨ̑ɔvɔ/
Ήχος 

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

częściowo (pl)

  1. μερικά, μερικώς
    to jest częściowo zepsuty - (αυτό) είναι μερικώς χαλασμένο
  2. τμηματικά/τμηματικώς

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη:  część (pl)