Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική część części
γενική części części
δοτική części częściom
αιτιατική część części
οργανική częścią częściami
τοπική części częściach
κλητική części części

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʧ̑ɛ̃w̃ɕʨ̑/
Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

część (pl) θηλυκό

  1. το μέρος, το τμήμα
  2. το εξάρτημα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία