Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική cząstka cząstki
γενική cząstki cząstek
δοτική cząstce cząstkom
αιτιατική cząst cząstki
οργανική cząst cząstkami
τοπική cząstce cząstkach
κλητική cząstko cząstki

  Ετυμολογία Επεξεργασία

cząstka < υποκοριστικό του część

  ΠροφοράΕπεξεργασία

cząstka 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

cząstka (pl) θηλυκό

  1. κομματάκι, υποκοριστικό του: część
  2. (φυσική) μόριο
  3. (φυσική) σωματίδιο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία